διαμαρτία

διᾰμαρτ-ία, ,
A total mistake,

τοῦ Ἀννίβου Plu.Fab.6

; τοῦ τόπου ibid.; δ. τῶν ἡμερῶν wrong reckoning of the days, Th.4.89; δ. τῆς γλώττης, lapsus linguae, Luc.Laps.1.
2 gross fault,

ἄγνοιαι καὶ δ. Ph.1.345

, cf. Plu.2.153b;

δ. ἐρωτική

guilty passion,

Philostr. VA1.13

: pl., faults,

δ. καὶ . . ἐλαττώσεις Phld.Lib.p.19O.

II failure in obtaining, disappointment in,

τινός Luc.Sacr.1

, cf. D.C. 49.28.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμαρτία — διαμαρτίᾱ , διαμαρτία total mistake fem nom/voc/acc dual διαμαρτίᾱ , διαμαρτία total mistake fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτίᾳ — διαμαρτίαι , διαμαρτία total mistake fem nom/voc pl διαμαρτίᾱͅ , διαμαρτία total mistake fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτία — η (Α διαμαρτία) [διαμαρτάνω] ανώμαλη διάπλαση μέλους ή οργάνου νεογνού στην ενδομήτρια ζωή αρχ. 1. αποτυχία, σφάλμα 2. λαθεμένος υπολογισμός χρονικής περιόδου …   Dictionary of Greek

  • διαμαρτίας — διαμαρτίᾱς , διαμαρτία total mistake fem acc pl διαμαρτίᾱς , διαμαρτία total mistake fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτίαι — διαμαρτία total mistake fem nom/voc pl διαμαρτίᾱͅ , διαμαρτία total mistake fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτίαν — διαμαρτίᾱν , διαμαρτία total mistake fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτίαις — διαμαρτία total mistake fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φαλό — ο, Ν φρ. α) «τετραλογία τού Φαλό» ιατρ. συγγενής διαμαρτία διαπλάσεως τής καρδιάς, κυανωπική καρδιοπάθεια, που χαρακτηρίζεται από μεσοκοιλιακή επικοινωνία, υπερτροφία τής δεξιάς κοιλίας, στένωση τής πνευμονικής αρτηρίας και παρεκτόπιση τής αορτής …   Dictionary of Greek

  • συγγενής — ές, ΝΜΑ, θηλ. και συγγένισσα Ν, θηλ. και συγγενίς, ίδος, Α 1. αυτός που κατάγεται από το ίδιο γένος, που έχει δεσμούς συγγένειας με κάποιον (α. «είναι μακρινός μου συγγενής» β. «καὶ ὅτι αὐτῷ μοι συγγενής ἐστι ὁ παῑς», Ηρόδ.) 2. αυτός που υπάρχει… …   Dictionary of Greek

  • δικεφαλία — η διαμαρτία στη διάπλαση κατά την οποία υπάρχουν δύο κεφάλια σε ένα σώμα …   Dictionary of Greek

  • ημιμελία — η ιατρ. συγγενής διαμαρτία διαπλάσεως που χαρακτηρίζεται από απουσία ή ατελή ανάπτυξη τού περιφερειακού τμήματος ενός ή περισσότερων άκρων. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. hemimelia < hemi (πρβλ. ημι ) + melia (πρβλ. μέλος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.